p

Το δάσος της Φολόης, η Δίβρη, η Ανδρίτσαινα,το Αντρώνι, η Αγία Αννα,του Λάλα, το Γούμερο ,η Φιγαλεία, η Πηνεία, η Μίνθη και ο Ερύμανθος δεν είναι απλοί τουριστικοί προορισμοί..... Είναι μικρές πατρίδες!!!Η ορεινή Ηλεία είναι μια από τις περιοχές που ο τουρισμός δεν έχει αλλοιώσει. Η ζωή συνεχίζεται σε ορισμένες περιοχές της όπως πριν από 50 χρόνια

Δευτέρα, 15 Ιουνίου 2009

ΚΥΚΛΟΦΟΡΗΣΕ ΤΟ ΝΕΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΗΣ ΧΡΥΣΟΥΛΑΣ ΑΡΓΥΡΑΚΟΠΟΥΛΟΥ




Κυκλοφόρησε το νέο βιβλίο της κας Χρυσούλας Δεπάστα Αργυρακοπούλου, φιλολόγου - ιστορικού, με τίτλο:


«Λαϊκός Βίος και Πολιτισμός της ΠΕΡΣΑΙΝΑΣ ΗΛΕΙΑΣ και της ευρύτερης περιοχής του οροπεδίου ΦΟΛΟΗΣ».

Το έργο καταγράφει και παρουσιάζει τα λαογραφικά στοιχεία της ευρύτερης περιοχής της Πέρσαινας, προβάλλοντας με ακρίβεια τον πολιτιστικό πλούτο των κατοίκων του χωριού, ώστε να μην τα παρασύρει στο πέρασμά του ο χρόνος και να μην χαθούν εξ' αιτίας των αναπόφευκτων αλλαγών στη ζωή των κατοίκων.

Όποιος ενδιαφέρεται να αποκτήσει αυτό το καταπληκτικό έργο, μπορεί να επικοινωνήσει με τη συγγραφέα στα τηλέφωνα: 2106742067 & 6932 442611 ή στο e-mail: fwteraskotadia@gmail.com
καθώς και με τον Εκπολιτιστικό Σύλλογο Περσαιναίων Ηλείας, μέσα από την φόρμα επικοινωνίας στην ιστοσελίδα μας.






ΑΠΟΣΠΑΣΜΑΤΑ ΑΠΟ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ

Λαϊκός βίος και πολιτισμός της ΠΕΡΣΑΙΝΑΣ ΗΛΕΙΑΣ

και της ευρύτερης περιοχής του οροπεδίου ΦΟΛΟΗΣ

της ΔΕΠΑΣΤΑ-ΑΡΓΥΡΑΚΟΠΟΥΛΟΥ ΧΡΥΣΟΥΛΑΣ

που κυκλοφόρησε και που αναφέρεται σε στοιχεία υλικού, πνευματικού και κοινωνικού βίου, ήθη, έθιμα, παραδόσεις, παραμύθια,δημοτικά τραγούδια κλπ. (299 σελίδες)

Η κατοικία

……..Τα σπίτια παλιά τα φτιάνανε με λάσπη και τότε τη λέγαμε γλίνα και σόμπολα (μικρές πέτρες), όχι με ασβέστη και διάλεγαν τη γλίνα να είναι έτσι που να μπορεί να κολλάει το σόμπολο. Στη μέση του τοίχου εβάνανε ξυλόδεση για να βαστάει το βάρος…...

……….Το πάτωμα το φτιάνανε από ξύλα δέντρινα (δρύινα) και τους τοίχους πάλι από γλίνα και σόμπολα και αφήνανε ψηλά τα παραθυράκια και στο τέλος βάνανε δυο τρία πατερά και τις μαχιές για τη σκεπή……..



Το κέντημα των ρούχων
«Τα σκουτιά, που φτιάνανε, τα κάνανε με κεντίδια. Βάνανε κεντίδια στα φαντά πουκάμισα, στα μεσοφόρια και στα βελέσια και στις περσότερες κουβέρτες. Μερικές βάνανε πολλών λογιών κεντίδια, όπως λέει και το τραγούδι:



«Πέρασα π’ ένα χωριό κι είδα μια στον αργαλειό

Κι έφτιανε το σιγαϊτάνι, δεκοχτώ λογιών το φτιάνει».

Στ’ άλλα τα ρούχα βάνανε κορδέλες, πιέττες ή ντα(ν)μτέλλες (=δαντέλλες). Τα μεσοφόρια είχανε και κεντίδια και κορδέλα στο λαιμό με πιέττες κόκκινες και λαζούρι. Το βελέσι (=είδος μεσοφοριού) ήτανε φαντό με καμούφα (=βολάν) με λιανές (=λεπτές) ρίγες λαζούρι (=μπλέ) και κόκκινες.

Τα αντρικά εσώρουχα ήταν κι αυτά στον αργαλειό κεντημένα με δυο ζωνάρια μπρος και δυο πίσω και τα γυναικεία έξω από τα κεντίδια είχανε και νταμτέλλες……….

Στον αργαλειό, λοιπόν, με μαλλί έφτιαχναν τα απλάδια τους (στρωσίδια για τις καλές περιστάσεις της ζωής, π.χ. τους γάμους), τα σαλάπλαδα, τις κουρελούδες τους, τις μπαντανίες και τις κουβέρτες τους καθώς και τα σαϊσματα για το παραγώνι, τα τράστα και τις γιούρτες (γυναικεία πανωφόρια). Με σπάρτο (φυτό), επίσης, έφτιαχναν διάφορα στρωσίδια που δεν υστερούσαν καθόλου σε εμφάνιση



Οι καλλιέργειες
………………..Στα δάση απ’ τα πουλιά φυτρώνουνε αγριλιές. Εμείς τις βγάζαμε, τις κεντρώναμε από ήμερη ελιά και βάναμε κεντράδια χοντρά για φαγητό ή ψιλά για λάδι. Την αφήναμε κι αυτή μετά από τρία τέσσερα χρόνια φρούτιζε (έδινε καρπό, καρποφορούσε) και γινότανε χοντρολιά (επιτραπέζια για φάγωμα) ή λαδολιά (για να βγάλει λάδι). Είχαμε και άλλες ελιές και τους δίναμε όνομα απ’ τα φύλλα τους, απ’ το χρώμα τους και από το πώς βγαίνανε. Έτσι λέγαμε :

Νερολιά - τη δεύτερη ελιά, όχι την καλή

Κορωναίικη – την πράσινη που δε γουρμάζει (ωριμάζει)

Νταρολιά – εκείνη που δε βγάζει πολύ λάδι

Νεμουτιάνικη - τη μαύρη ελιά
Ασπροφύλλα – τη μαύρη που είχε άσπρα φύλλα

Τσαμπιδοελιά – αυτή που οι ελιές της κρεμόσαντε σα σταφύλι……………



Ποιμενική Ζωή

…………Οι βοσκοί παλιά, όταν φυλάγανε τα ζα, το λαλούσανε (=τραγουδούσαν) ή φτιάνανε γκλίτσες και τις βάνανε κεντίδια (=τις σκαλίζανε) και κάνανε τετράγωνα και τρύπες και γινόσαντε αλλιώτικη η καθεμιά. Και ξέρανε πολλά τραγούδια και του τραπεζιού και του χορού και τα λέγανε κει που πηγαίναν.

Π.χ. «Γεννήσανε τα πρόβατα και κάνανε αρνάκια

Βλάχα με τα σκαρπινάκια……
Ο τσοπάνης γνώριζε όλα του τα πράματα (=ζώα) από τα σημάδια που είχανε και τους έδινε ονόματα. Άμα ήταν κανένα ξεχωριστό, του κρέμαγε μεγαλύτερο τσοκάνι και με πιο ωραίο ήχο. Στα περσότερα όμως κρεμούσε όμοια τσοκάνια και ακουγόσαντε σ’ ούλο τον τόπο κι ήτανε το καμάρι της στάνης, αυτό π’ ακουγόσαντε. Ονόματα τους έδινε όπως : μετσίνα, κόμπα, ζέμπα, τινεντένια.

Πρόσεχε πολύ να μη τα πιάσει το μάτι και ματιαστούνε, γιατί κι αυτά ματιάζονται, όπως οι άνθρωποι. Άμα όμως ματιαστεί κάνα ζο, φωνάζουνε κάποια που να ξέρει να βάνει κάρβουνα ή λάδι και ξεματιάζει το ζο ή άμα καμιά ξέρει ξόρκια, τη φέρνουνε και τα λέει. Κάποτε στο χωριό, ένας παπάς δεν ήθελε να κοινωνήσει μια ανιψιά του πο ‘λεγε (=που έλεγε) ξόρκια και γιάτρευε τα ζά, γι’ αυτό κι αυτή δεν πήγε στο μουλάρι του και το άφηκε να ψοφήσει. Με τα ξόρκια ό,τι και να’χει το ζο, περνάει.

Διαφορετικά πηγαίνανε τα ζα στην εκκλησιά και τα γυρνάγανε τρεις φορές γύρω γύρω από την εκκλησιά και τα βάνανε να πιλαλάνε (=τρέχουν). Αρρωσταίνανε τα πρόβατα καμιά φορά και άμα του Αη Βασιλιού έβρεχε, τη μέρα π’ αρχίζει ο χρόνος, πιάνανε βδέλλα και αδυνατίζανε. Όταν κάποιο ζο ήτανε άρρωστο, του κόβανε λίγο το αυτί για να τρέξει λίγο αίμα και γινότανε καλά……….



Η λεχώνα

……Οι λεχώνες δεν βγαίνουνε από το σπίτι και άμα θελα βγούνε πρέπει να πιάσουν σίδερο. Ούτε αν πεθαίνει κανένας, πηγαίνει η λεχώνα, ούτε όταν παντρευτεί κανένας. Κάθεται κλεισμένη μέσα. Αν συναντήσει νύφη μια ασαράντηγη (πριν συμπληρωθούν οι σαράντα μέρες της λοχείας) που μόλις έχει παιδοκομίσει (γεννήσει), πρέπει να αλλάξει με τη νύφη δεκάρες. Όταν μια γυναίκα είχε πολύ γάλα και δεν της σταμάταγε, έπαιρνε τρία κάρβουνα τα έσβηνε με το γάλα της και δεν τα πέταγε. Τα συγύραγε σ’ ένα μέρος και αν το παιδάκι της ήθελε κι άλλο γάλα, τότε τα ξανάναβε……



Παραμύθι
Μια φορά κι έναν καιρό, ήτανε μια γυναίκα κι είχε τέσσερις νυφάδες. Ήτανε όμως πολύ κακιά πεθερά και τις νυφάδες τις βασάνιζε, ούτε να φάνε τις άφηνε, ούτε τίποτα. Αν ήθελε, τους έδινε εκείνη να φάνε, αν δεν ήθελε, μένανε νηστικιές. Τα παιδιά (=τα αγόρια) όμως την αγαπάγανε τη μάνα τους, γι’ αυτό οι νυφάδες δεν μπορήγανε να πούνε και τίποτα. Μια μέρα έστειλε η πεθερά τις νυφάδες στο ποτάμι να πλύνουνε και φαΐ δεν τους έδωσε να φάνε. Άμα πέρασε η ώρα, λέει η μια νύφη : «Καθίστε εσείς εδώ κι εγώ θα πάω να φέρω να φάμε». «Πώς θα πας, αφού είναι η πεθερά στο σπίτι και δε θα σ’ αφήκει;» τις λένε οι άλλες. «Εγώ θα πάω και μιλείτε καθόλου εσείς» λέει. Κινάει, που λέτε, και πάει στο σπίτι και βρίσκει την πεθερά. «Πεθερά, θέλω να με κουνιαρίσεις (=να με κάνεις κούνια)», της λέει. Δεν ήθελε η πεθερά, αλλά το ’πε, το’ ξανάπε κείνη, την κατάφερε. Παίρνει ένα σκοινί, το κρεμάει στο πατερό και άρχισε η πεθερά να την κουνιαρίζει. Την κουνιάρισε κει κάμποση ώρα και της λέει μετά η νύφη : «έλα τώρα να σε κουνιαρίσω εγώ». Ανεβαίνει η πεθερά στην κούνια, δίνει μια η νύφη, την πέταγε ως τον τοίχο, δίνει άλλη μια, πήγαινε η κούνια απ’ άκρη σ’ άκρη. Πήγαινε τόσο ψηλά που ζαλίστηκε η γρια, έγινε κουρέλι. Πάει τότε η νύφη και φτιάνει κουρκούτι καυτό και της το ρίχνει στο λαιμό της γριάς μ’ ένα χωνί και την έκαψε και δεν μπορούσε κείνη να πει τίποτα. Παίρνει τότε φαΐ, ψωμί, το πάει στις άλλες τις νυφάδες και τρώνε. Ρωτάγανε οι άλλες, πώς τα κατάφερε και τα’φερε. «Μη ρωτάτε ντιπ και τρώτε» τους έλεγε. Γυρνάνε το βράδυ σπίτι οι άντρες τους, πάει η γρια να τους πει τι έγινε, μόνο γλου, γλου έκανε. Κανείς δεν την καταλάβαινε. Φωνάζουνε το γιατρό να τη γειάνει (=θεραπεύσει), δεν μπορούσε. Όλο γλου, γλου. «Τι λέει;» Ρωτάγανε τα παιδιά την πρώτη νύφη, αυτήνε πο’ χε κάνει τη δουλειά. « Να γράψετε την πιο πολλή περιουσία σε μένα», έλεγε η νύφη, «για να περνάμε πιο καλά». Έτσι την ξεφορτωθήκανε οι νυφάδες την κακιά την πεθερά και αρχίσανε να περνάνε καλά………



Παράδοση
Το 1918 είχε πέσει γρίπη στο χωριό κι οι άνθρωποι πεθαίνανε. Κι όσοι μένανε, τραβάγανε το σάισμα των αλλωνών για να βγει η ψυχή τους και να μην παιδεύουνται (=έκαναν με αυτό τον τρόπο ένα είδος ευθανασίας). Στείλανε λοιπόν στον Ασκητή, που είναι ένα «μοναστήρι» (=ιερός τόπος, εκκλησάκι) κοντά στο χωριό να φέρουνε την Αγία Ζώνη. Το εκκλησάκι αυτό είναι μέσα σε μια σπηλιά στη ρεματιά κοντά στο Γούμερο και εκεί είναι και σταλακτίτες και στάζουνε.

Φέρανε λοιπόν την εικόνα από κει και σταμάτησε το κακό. Κι άλλες φορές έχει σώσει η Παναγία από τον Ασκητή. Και βροχή έφερε, όταν δεν έβρεχε και όποιος τον έχει πειράξει ο απ’ όξω (=ο δαίμονας) έγινε καλά και αρρώστους έγειανε (=θεράπευε, γειαίνω<από το υγεία). Γιατί σηκωνόντουσαν οι αρρώστοι και πηγαίνανε στον Ασκητή και άμα έπεφτε επάνω τους η στάλα (από το σταλακτίτη) γινόσαντε καλά. Αν ήτανε πολύ άρρωστοι, πηγαίναν οι δικοί τους να τους φέρουνε τη στάλα και στο δρόμο ούτε καλημέρα δεν έκανε να πούνε σ’ αυτούς που απαντούσανε. Αν όμως δεν τα καταφέρουνε να πιάσουνε τη στάλα, γιατί αυτή δεν πάει ολοένα στο ίδιο μέρος, ο άρρωστος δεν έχει ζωή…..





ΠΗΓΗ: WWW.PERSAINA.GR
Δημοσίευση σχολίου