p

Το δάσος της Φολόης, η Δίβρη, η Ανδρίτσαινα,το Αντρώνι, η Αγία Αννα,του Λάλα, το Γούμερο ,η Φιγαλεία, η Πηνεία, η Μίνθη και ο Ερύμανθος δεν είναι απλοί τουριστικοί προορισμοί..... Είναι μικρές πατρίδες!!!Η ορεινή Ηλεία είναι μια από τις περιοχές που ο τουρισμός δεν έχει αλλοιώσει. Η ζωή συνεχίζεται σε ορισμένες περιοχές της όπως πριν από 50 χρόνια

Παρασκευή, 3 Ιουνίου 2011

Το τέλος μιας γενιάς


ΤΟΥ ΠΑΝΟΥ ΘΕΟΔΩΡΙΔΗ
Οι πέτρες στην Κέρκυρα και οι μούτζες στη Βασιλίσσης Σοφίας ορίζουν μια νέα κατάσταση, που προσπαθώ να ερμηνεύσω. Δεν είναι καν αυτό που εξηγεί ο Μακρυγιάννης «τρώνε από μας και μένει και μαγιά». Δεν είναι καν (φαντάσου!) ένας πρόλογος εμφυλίου. Κανένας δε βρέθηκε να υποστηρίξει τους βουλευτές. Κανένας. Ακόμη κι αυτοί που τρόμαξαν με τα γεγονότα, ασήμαντα αυτά καθαυτά, το έπραξαν πανικόβλητοι, παράλυτοι από φόβο. Η ομοθυμία ήταν που όρισε τα πρόσφατα γεγονότα.
Το βρίσκω λογικό; Απεναντίας, το βρίσκω παράλογο. Οταν το γκουβέρνο κυνηγούσε τους αγωνιστές του '21, υπήρχαν οπαδοί του γκουβέρνου και οπαδοί των αγωνιστών. Ο Διχασμός ονομάστηκε διχασμός επειδή ήταν διχασμός, όπως και ο εμφύλιος, εμφύλιος. Την ώρα που εκτελούσαν τους έξι στο Γουδή, οι πολλοί το αποδέχονταν, αλλά δεν έσβησαν ποτέ οι φωνές των λίγων που μιλούσαν για έγκλημα και εκδίκηση. Τώρα, υπάρχει ένας Λόγος, μια μπάντα, μια άποψη. Η άλλη άποψη εξαφανίστηκε. Κανένας δε λεπτολογεί, κανένας δεν εξηγεί. Ακόμη χειρότερα, κανένας δεν ορίζει τη μοίρα του με επιχειρήματα. Για παράδειγμα, η παγκόσμια διακυβέρνηση, που είναι ένα συχνό παράθεμα στην πρωθυπουργική σκέψη, δε συναντά κανέναν πρόθυμο ακόμη και να την αντικρούσει. Είναι σαν να μην υπάρχει. Αυτό δε βρίσκω λογικό.

Κατά τη γνώμη μου, αυτό έχει ξαναγίνει. Οταν η Ελλάδα θεωρήθηκε παλιά και ξεπερασμένη, έχει πάνω από εκατό χρόνια. Οι λογιότατοι, βαφτισμένοι υποτιμητικά ως γλωσσαμύντορες, έσβησαν από το χάρτη. Αυτοί και το ιδιόλεκτό τους. Η θριαμβευτικώς προελαύνουσα δημοτική, η γενιά του Παλαμά και των πρωτοπόρων έσβησαν την Αθηναϊκή Σχολή, τους ρομαντικούς, τους κλασικιστές, το κοινό του «Παρνασσού», τους πολιτικούς από τα Ιόνια νησιά, τους απόηχους των Φαναριωτών. Ενας τραχύς εθνικισμός, σε μια καταχρεωμένη χώρα, που ήδη έδινε ένα μεγάλο φόρο στο διεθνή οικονομικό έλεγχο, οδηγήθηκε στην αλλαγή της χρησιμοποιώντας μόνον τη μισή χώρα, τους μισούς κατοίκους. Η μισή Ελλάδα, ακόμη κι όταν μεγάλωσε, κι όταν ξανάπεσε στην καταστροφή, παρέμεινε μια φωνή που ελάλει τη δημοτική, αυτήν που οι Σούτζοι και οι Μιστριώτες, αλλά και πλήθος εναργών ανθρώπων με μεγάλη αξιοσύνη πολέμησαν και το πλήρωσαν με την απόλυτη σιωπή τους. Η κοινωνία τους αγνόησε. Η γενιά του 1850, αυτή που οργάνωσε τους Ολυμπιακούς και την ήττα του 1897, είναι ακόμη θαμμένη. Οι νικητές της, που ξόδεψαν αφειδώς το αίμα τους, δε συγχώρησαν ποτέ εκείνην τη χαμένη γενιά. Δίκαιοι και άδικοι καταποντίστηκαν.
Αυτό πιστεύω ότι ζούμε, μέρες που έρχονται και τρέχουν. Ο,τι γεννήθηκε πριν από μισόν αιώνα και βάλε, υφίσταται ολική απώλεια στήριξης. Κανείς δε θέλει να θυμάται ότι υπάρχει. Οι ηλικιωμένοι, που πλαισιώνουν τους «Αγανακτισμένους», συνυπάρχουν με τις άλλες γενιές από μια τάση να υπάρξουν, να μην υποφέρουν. Κανένας δε θέλει τη γνώμη τους. Είναι το τέλος μιας γενιάς. Και δεν έχει καν οριστεί ο πολιτικός ορίζοντας του «όχι» που αντηχεί στη χώρα.
Δημοσίευση σχολίου