p

Το δάσος της Φολόης, η Δίβρη, η Ανδρίτσαινα,το Αντρώνι, η Αγία Αννα,του Λάλα, το Γούμερο ,η Φιγαλεία, η Πηνεία, η Μίνθη και ο Ερύμανθος δεν είναι απλοί τουριστικοί προορισμοί..... Είναι μικρές πατρίδες!!!Η ορεινή Ηλεία είναι μια από τις περιοχές που ο τουρισμός δεν έχει αλλοιώσει. Η ζωή συνεχίζεται σε ορισμένες περιοχές της όπως πριν από 50 χρόνια

Κυριακή, 12 Σεπτεμβρίου 2010

"Oἶνος εὐφραίνει καρδίαν ἀνθρώπου..." (Ψαλμ. ργ΄, 15)


Τρυγητής ο μήνας που διανύουμε, όπως είναι η λαϊκή ονομασία του Σεπτεμβρίου, επειδή ακριβώς η κύρια ενασχόληση των αγροτών κατά τη διάρκειά του είναι ο "τρυγητός", η συλλογή του σταφυλιού και η οινοποίηση.
Για να φτάσει κανείς όμως να συλλέξει τον καρπό σημαίνει ότι έχει προηγηθεί ένας ολόκληρος χρόνος κόπου και φροντίδας, γεμάτος αγωνία, καθώς οι αγροτικές εργασίες εξαρτώνται πάντοτε από τις καιρικές συνθήκες.
Σκέφτηκα, λοιπόν, να ερευνήσω τον τρόπο καλλιέργειας του αμπελιού με την παραδοσιακή μέθοδο, πριν εισβάλλουν τα φυτοφάρμακα και οι μηχανές στα αμπέλια.
Η φροντίδα του αμπελιού ξεκινούσε, λοιπόν, στα τέλη του Ιανουαρίου, οπότε ο αμπελουργός κλάδευε τα κλήματα, δηλαδή τα καθάριζε από τις ασθενικές βέργες και άφηνε τις γερές σε ύψος 3-4 πόντων. Για την διαδικασία αυτή μάλιστα υπήρχε και η φράση-οδηγός "κόψε χτήμα το Γενάρη και να μην κοιτάς φεγγάρι", που σημαίνει ότι η εργασία του κλαδέματος του αμπελιού δεν επηρεάζεται από τους κύκλους της Σελήνης, όπως άλλες αγροτικές εργασίες.

Όταν στις αρχές Απριλίου οι νέες βέργες είχαν φτάσει τους 10 περίπου πόντους, άρχιζε το ράντισμα με χαλκό και ασβέστη, που σκοπό είχε να προφυλάξει το κλήμα απο τον περονόσπορο: τοποθετούσαν χαλκό και ασβέστη σε σκόνη μέσα σε ένα πανί και το βύθιζαν σε νερό σε τσιμεντένιο βαρέλι (γιατί ο χαλκός διαβρώνει το μέταλλο), όπου το άφηναν όλη τη νύχτα για να λιώσει και άρχιζαν το ράντισμα το πρωί. Η διαδικασία αυτή επαναλαμβανόταν κάθε 8-10 μέρες, ώσπου τα σταφύλια "να πιάσουν ξινό", να αρχίσουν δηλαδή να αποκτούν υγρά.
Παράλληλα, γινόταν και το "θειάφισμα", δηλαδή πασπάλισμα του κλήματος με θειάφι για προστασία από τη λόβα. Για το σκοπό αυτό υπήρχε ειδικό εργαλείο, το "φυσούνι", που είχε τη μορφή ενός ακορντεόν, στο οποίο ήταν προσαρμοσμένος ένας μακρύς σωλήνας. Μέσα σε αυτό τοποθετούσαν τη σκόνη του θειαφιού και ανοιγοκλείνοντας το "φυσούνι" το θειάφι σκορπιζόταν, όχι μόνο στα κλήματα αλλα και στον ίδιο τον αμπελουργό! Μάλιστα, το "θειάφισμα" γινόταν πρωί κατά την περίοδο της ανθοφορίας, "για να μην πάρει η δροσά" (να είναι υγρά τα φύλλα, ώστε να κολλάει πάνω τους το θειάφι), αλλά απόγευμα από τη στιγμή που τα σταφύλια "έπιαναν ξινό".
Με αυτές τις διαδικασίες να επαναλαμβάνονται τακτικά έφτανε ο Σεπτέμβρης. Ο τρύγος ξεκινούσε περίπου του Σταυρού (14 Σεπτέμβρη) στα πεδινά και προς το τέλος του μήνα στα ορεινά αμπέλια. Μπορούσε κανείς να δει την εποχή αυτή τις εξοχές γεμάτες κόσμο (όπως άλλωστε ήταν καθ'όλη τη διάρκεια του καλοκαιριού), ανθρώπους φορτωμένους καλάθια να πηγαίνουν για τρύγο σε παρέες, να τραγουδούν μέσα στα αμπέλια, να γελάνε, να τρώνε στους ίσκιους το μεσημέρι, άλογα να κουβαλούν με μεγάλες καλάθες το σταφύλι από το αμπέλι στις στέρνες για πάτημα. Όπως και με όλες τις άλλες εργασίες, υπήρχε η συνήθεια της "δανεικαριάς":όλοι βοηθούσαν όλους μέχρι να τρυγηθεί και το τελευταίο αμπέλι.
Όταν μετά από χίλιες περιπέτεις το σταφύλι (λιγοστό, άλλωστε, αφού η παραγωγή δεν εξαρτάτο από τις ορμόνες και τα φυτοφάρμακα) έφτανε στη στέρνα, ξεζουμισμένο πολλές φορές απο το κούνημα του αλόγου, και πατιόταν, έμενε μία η δύο μέρες εκεί, μαζί με τα "τσέγκουρα" (δηλαδή το κοτσάνι καιι το φλοιό), για να "πάρει χρώμα", να κοκκινήσει.
Ακολουθούσε το "στρίφλιασμα": οι πατημένες ρώγες τοποθετούνταν σε μιά χειροκίνητη μηχανή, τη "στρίφλα", ένα είδος πιεστηρίου, για να βγάλουν όσο χυμό ακόμα συγκρατούσαν.
Ο μούστος έμπαινε στα βαρέλια, όπου άρχιζε να "βράζει", να ζυμώνεται δηλαδή για να μετατραπεί σε κρασί. Τότε μετρούσαν και τους (αλκοολικούς) βαθμούς με το "γράδο", έναν σωλήνα που βύθιζαν στο μούστο και ανάλογα με το ύψος στο οποίο επέπλεε γνώριζαν τους βαθμούς. Αν αυτοί ήταν κάτω από 12,5 το κρασί χρειαζόταν σταφίδα για να αποκτήσει σάκχαρα.
Ο μούστος που περίσσευε από το γέμισμα των βαρελιών γινόταν πετιμέζι: βραζόταν αρχικά για λίγο και μετά του κοσκίνιζαν στάχτη, για να καθίσει στον πάτω του καζανιού η ψίχα του σταφυλιού. Αφηνόταν για ένα βράδυ έτσι και την επόμενη μέρα σουρωνόταν και ξαναβραζόταν, ώσπου να "δέσει". Με το πετιμέζι παρασκεύαζαν γλυκά (μουσταλευριά, σουτζούκι, μελαχρινό) ή το έτρωγαν ακόμα και πάνω στο ψωμί ως δυναμωτικό. Πολλές φορές εκτός από πετιμέζι, ο μούστος χρησίμευε και για "γλυκάδι", όπως έλεγαν κατ'ευφημισμόν το ξύδι για να μην χαλάσει το κρασί.
Όταν συμπληρώνοταν περίπου 40 μέρες, η ζύμωση σταματούσε και το βαρέλι σφραγιζόνταν για 40 ακόμη μέρες, οπότε ήταν έτοιμο να ανοιχτεί και να αρχίσει η κατανάλωση του κρασιού. Ακόμη και το άνοιγμα ενός καινούριου βαρελιού ήταν για το σπίτι γιορτή, ενώ το "γιοματάρι", (κρασί από βαρέλιπου μόλις ανοίχτηκε) θεωρείται ιδιαίτερης ποιότητας.
Όλες αυτές οι εργασίες, παρότι επίπονες και κουραστικές, είχαν τη χαρά τους. Οτρύγος εθεωρείτο εκτός από "πόλεμος" ( "Θέρος, τρύγος πόλεμος") ευκαιρία για παρέα και αστεία.Έτσι παρέμεινε μέχρι τη στιγμή που σταμάτησαν οι "δανεικαριές" και άρχισαν τα "μεροκάματα", δηλαδή άρχισε να μπαίνει και στην αγροτική ζωή η αδιαφορία!!!

*η φωτογραφία από το προσωπικό μου αρχείο, από τρύγο στο αμπέλι του Παναγιώτη του Καμπίλαυκου στο Κούτσουρο.


 ΣΩΤΗΡΗΣ ΚΑΡΑΜΠΕΛΑΣ
http://irakleia-ileias.blogspot.com/
                


Δημοσίευση σχολίου